Δισκογραφία

Διαβάστε την κριτική του Θωμά Ταμβάκου
στο περιοδικό Jazz & Τζαζ

«Δεν είχα σκεφτεί ποτέ να "μεταφράσω" το Άσμα Ασμάτων. Μ' έσπρωξε σ' αυτό η Ειρήνη Παπά, που ονειρευόταν να μελοποιηθεί το ποίημα και να παρουσιαστεί στη σκηνή από την ίδια, δύο τραγουδιστές και χορό (που να 'ξερε ότι στους αρχαίους χρόνους απαγορευόταν να τραγουδιέται το το Άσμα και ο Ραβή Ιωχανάν Μπεν Νουρή έλεγε πως όποιος στρογγυλεύει τη φωνή του, διαβάζοντάς το, δεν έχει μερίδιο στη μέλλουσα ζωή...).

Άρχισα να μεταφράζω το Άσμα το Μάη του 1985. Το έργο, σε μια πρώτη μορφή, το τελείωσα στις 24 του ίδιου μήνα. Έκτοτε και ίσαμε σήμερα, που πήρε την οριστική του μορφή, το "πάλευα", το άφηνα, το ξανάπιανα. Μεγάλο ρόλο στο να αποφασίσω να το βγάλω σε βιβλίο έπαιξε ο ποιητής Θανάσης Νιάρχος. Ο ίδιος έριξε και την ιδέα να το εικονογραφήσει ο Αλέκος Φασιανός.
Ευχαριστώ την Ειρήνη, το Θανάση, τον Αλέκο και τον εκδότη Θανάση Καστανιώτη για τη συγκίνηση που μου 'δωσαν όταν πήραν στα χέρια τους τα χειρόγραφά μου, τα διάβασαν και είπαν όλοι τον καλό τους λόγο. Μα πιο πολύ ευχαριστώ τη γυναίκα μου, Ραία Μουζενίδη, που αγάπησε βαθιά αυτό το έργο και το 'χε στο ζεστό κόρφο της, από την αρχή, σαν μικρό παιδί.»

Οκτώβρης 1994
Λευτέρης Παπαδόπουλος
Από τον πρόλογο του βιβλίου του,
Άσμα Ασμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 1994

Άσμα - Ασμάτων.

«Το Άσμα - Ασμάτων είναι ένας κύκλος τραγουδιών που το βασικό χαρακτηριστικό του είναι η αρραγής ενότητα ενός ενιαίου μουσικού ύφους που ταυτίζεται με το πνεύμα και τη βαθύτερη ουσία, του αιώνιου και αξεπέραστου αυτού ποιητικού κειμένου. Ενός κειμένου στο οποίο ο έρωτας σ' όλες τις μορφές του, από την πιο αγνή έως την πιο αισθησιακή, υμνείται και παρουσιάζεται μ' έναν τρόπο εκθαμβωτικού και ανυπέρβατου ποιητικού κάλλους.
Πολλές είναι οι αποδόσεις αυτού του κειμένου στη νεοελληνική γλώσσα: Κ. Φριλίγγος (1912), Γ. Τσουκαλάς (1929), Σ. Νικοκάβουρας (1925), Γ. Ελιγιά (1928), Γ. Βουγίδης (1929), A. Χατζηδάκης (1930), A. Περνάρη (1932), Κ. Καλλίνικος (1938), Ε. Ζαφειρόπουλος (1938), Λ. Χατζηκώστας (1964), Γ. Σεφέρης (1965), Ν. Σκιαδόπουλος (1970). Η μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη, κορυφαία επίδοση νεοελληνικής λογοτεχνικής μετεγγραφής στη δεκαετία του 1960, που εξισορροπεί την ανθρώπινη ερωτική πλευρά με τη θρησκευτική ανάταση, είχε πάρει τα πρωτεία από τη μετάφραση του Γιωσέφ Ελιγιά που μέχρι τότε κρινόταν ως η καλύτερη.
Η θαυμάσια μετάφραση - μετεγγραφή του κειμένου από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ένα εκ των κορυφαίων στιχουργών του ελληνικού τραγουδιού, στηριγμένη στο δεκαπεντασύλλαβο, έχει την σπάνια αρετή να σε οδηγεί κατ' ευθείαν στο τραγούδι. Αυτό για τον συνθέτη είναι ευλογία, αλλά και κατάρα μαζί. Ευλογία γιατί παρέχει ευκολίες στη μελοποίηση και κατάρα γιατί αυτές ακριβώς οι ευκολίες παραπέμπουν, τις περισσότερες φορές, σε γνωστές μουσικές λύσεις και άγονες επαναλήψεις χωρίς τη δυνατότητα μιας πιο έντεχνης ανάπτυξης. Όμως, αποδείχθηκε ότι η επιλογή του δεκαπεντασύλλαβου στη δουλειά του Παπαδόπουλου, ήταν ιδανική περίπτωση για να κάνεις τραγούδια με, όσο γίνεται, περισσότερους αποδέκτες. Άλλωστε και η δική μου πρόθεση ήταν να μείνω πιστός στη μετεγγραφή του και ορμώμενος από την ίδια σκοπιά με αυτόν, παρά τις κάποιες έντεχνες μουσικές «χειρονομίες», να γράψω τραγούδια που να έχουν τη ζεστασιά και την αμεσότητα του λαϊκού τραγουδιού.
Η μουσική αντλεί το υλικό της από τις περιόδους εκείνες του ελληνικού τραγουδιού –τόσο του έντεχνου όσο και του λαϊκού- που σημάδεψαν την πορεία του. Έτσι σε κάποια τραγούδια υπάρχουν στοιχεία της καντάδας, σε κάποια άλλα ο απόηχος του ιδιώματος της Εθνικής Μουσικής Σχολής και σε άλλα τα σημάδια του λαϊκού τραγουδιού. Ωστόσο, αυτό που τα χαρακτηρίζει είναι ο λυρισμός τους, ταυτόσημος άλλωστε με το λυρισμό του ωραιότερου ερωτικού ποιήματος που γράφτηκε ποτέ σύμφωνα με την άποψη του Λευτέρη Παπαδόπουλου και, φυσικά, τη δική μου.
Να σημειώσω την έξοχη ερμηνεία των τραγουδιστών: Τάκη Φάβιου και Κατερίνας Ανδρέου στην πρώτη αυτή εκτέλεση. Μολονότι έχω ενορχηστρώσει τα τραγούδια για συμφωνική ορχήστρα, αλλά και για ένα μικρό σύνολο επτά οργάνων, δε μπόρεσα μέχρι τώρα, για οικονομικούς λόγους, να αξιοποιήσω τη δουλειά μου αυτή. Έτσι αυτή η ηχογράφηση, που έγινε μ' ένα φορητό και όχι επαγγελματικό μαγνητόφωνο στο σπίτι μου το 1995 μόνο με ένα πιάνο, είναι η μοναδική.
Τελειώνοντας πρέπει να τονίσω ότι η μουσική των έξι τραγουδιών, από τα επτά που απαρτίζουν τον κύκλο, γράφτηκε στο διάστημα 1968 - 1969. Ήταν για κάποια άλλα τραγούδια με ανάλογο ποιητικό κλίμα που όμως δεν δισκογραφήθηκαν ποτέ.»

Κώστας Μυλωνάς